Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Η Στροφή στην Εμπειρική Μελέτη της Φύσης από τον Ύστερο Μεσαίωνα έως και τον Γαλιλαίο

Γ. Μηλιώτης. Αθήνα, Ιανουάριος 2016.
Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών (ΕΑΠ). 
«Σπουδές στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό». 
ΕΠΟ 31: Οι Επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη.

Αντί Προλόγου

«Η εμπειρική μελέτη αποτελούσε έναν από τους τρόπους προσέγγισης για την απόκτηση αξιόπιστης γνώσης για τη φύση. Ωστόσο, σε όλη την περίοδο από τον Μεσαίωνα έως και την Επιστημονική Επανάσταση σημειώνονται σημαντικές διαφοροποιήσεις και αλλαγές σε ότι αφορά την έννοια και τον ρόλο της εμπειρικής έρευνας. Αυτές ακριβώς οι διαφοροποιήσεις σε συνδυασμό και με άλλα σημαντικά νέα στοιχεία σύλληψης και περιγραφής του κόσμου οδηγούν τον 17ο αιώνα στην συγκρότηση ενός νέου κοσμοειδώλου και καθιστούν έκτοτε την νεωτερική πειραματική μεθοδολογία θεμέλιο της σύγχρονης επιστήμης.»[1] 



Στη χαραυγή της Αναγέννησης

   Κατά τον Ύστερο Μεσαίωνα, οι μελετητές ενδιαφέρονται όχι μόνο να μελετήσουν τους αρχαίους συγγραφείς αλλά και να τους κατανοήσουν ουσιαστικά. Οι διαφορετικές απόψεις αποτέλεσαν κομμάτια ενός γνωστικού μωσαϊκού, τα οποία αναλόγως των συνθηκών ένωσής τους, κάθε φορά έδιναν και μια διαφορετική εικόνα της πραγματικότητας. Υπό το πέπλο μιας ισχυρής θρησκείας, το επιστημονικό[2]  εύρος περιορίζεται, αλλά οι προσωπικές αναζητήσεις των μελετητών ξεπερνούσαν τα εμπόδια και τελικά κατέληγαν σε ανέλπιστες ανακαλύψεις. Η αλλαγή που συντελείται στην εμπειρική μελέτη της φύσης αυτήν την περίοδο είναι αποτέλεσμα συνδυασμού ενός θεωρητικού ανασχηματισμού και της κατεξοχήν ανθρώπινης ανάγκης για υπαρξιακές -και μη- εξηγήσεις.

   Οι γενικές γραμμές της έρευνας βασίζονταν σε επαναλαμβανόμενες παρατηρήσεις, οι οποίες οδηγούσαν σε επαγωγικά συμπεράσματα, καθώς και σε πειράματα, όχι απαραιτήτως εφαρμοσμένα στη φύση, ιδανικευμένα ωστόσο, προκειμένου οι ανθρώπινες αισθήσεις να λαμβάνουν κάθε φορά τις ικανοποιητικές απαντήσεις. Με αφορμή την αναζήτηση ενός βαθύτερου συσχετισμού που θα συνδέει τα φαινόμενα μεταξύ τους, οι σχολαστικοί αρχίζουν να περιγράφουν επιπλέον επαγωγικές τεχνικές εντάσσοντας στη μεθοδολογία τους την ανάλυση και τη σύνθεση.  Ο Γκροσσετέστ, μεγάλη μορφή της Οξφόρδης, συγγραφέας ο ίδιος αλλά και μεταφραστής αριστοτελικών κειμένων ασχολήθηκε με την ανάλυση του φωτός, αφού προηγουμένως είχε καταφέρει παρατηρώντας το ουράνιο τόξο, να εντοπίσει τα τρία εκείνα σημαντικά στοιχεία, τα οποία ήταν κοινά σε κάθε εμφάνιση του φαινομένου. Οι μετρήσεις που συνόδευαν τα πειράματά του ήταν ελάχιστες, εντούτοις θα αποτελούσε σοβαρή παράληψη να μην τις αναφέρουμε καθόλου.

   Το στοιχείο εκείνο, το οποίο στο τέλος του Μεσαίωνα επηρεάζει σαφώς την εμπειρική έρευνα και την ωθεί προς άλλες κατευθύνσεις είναι οι νεοπλατωνικές αντιλήψεις.[3] Ίσως θα μπορούσαμε να πούμε ότι η θεωρία έρχεται σταδιακά να συναντήσει την πράξη ζητώντας της όμως ταυτόχρονα και κάποιες πρόσθετες αποδείξεις. Μπορεί ο χαρακτήρας της γεωμετρίας να ήταν μονοδιάστατος για τον Αριστοτέλη, ο οποίος μάλιστα είχε ξεχωρίσει τη φυσική φιλοσοφία υποβαθμίζοντας τις άλλες επιστήμες, ωστόσο, η εξηγητική ικανότητα των μαθηματικών ήταν αδύνατον πλέον να αγνοηθεί. Πρόκειται για την απαρχή μιας σύμπραξης διαφορετικών επιστημονικών πεδίων, ισχνή αλλά επαρκής ώστε το είδος των ερωτημάτων που ετίθεντο να υποστεί καθοριστικές αλλαγές.

   Εκτός αυτού, η θεολογική πεποίθηση πως η ανθρώπινη σκέψη, όπως και οι ενέργειες του Θεού δεν μπορούσαν να περιγραφούν με ένα μόνο σύστημα άνοιγε τους ορίζοντες και «νομιμοποιούσε» κάθε εναλλακτική προσέγγιση. Η αξιολόγηση των ανταγωνιστικών ερμηνειών ανέκαθεν κινητοποιούσε την επιχειρηματολογία,[4] όμως την περίοδο που εξετάζουμε συγκροτεί μια αποδεκτή και πολύ δημοφιλή μέθοδο τεκμηρίωσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απόπειρα διάψευσης από τον Ζαν Μπουριντάν της αριστοτελικής υπόθεσης σχετικά με την κίνηση των βλημάτων. Ο Μπουριντάν αμφισβήτησε τη θέση του Αριστοτέλη και υποστήριξε (προκειμένου να περιγράψει τη θεωρία της «ορμής») πως αν ο αέρας που περνάει στο πίσω μέρος των βλημάτων, καθώς διασχίζουν τον χώρο, όντως τα ωθεί μπροστά (όπως έλεγε ο Αριστοτέλης), τότε πολύ απλά ένα βλήμα με πλατύ τελείωμα θα έπρεπε να κινείται γρηγορότερα.

   Αναμφίβολα οι διαφοροποιήσεις στον τρόπο που πλέον εξετάζονται τα πράγματα είναι αξιοπρόσεκτες. Η βαθμηδόν απαγκίστρωση από τις αυθεντίες, καθώς και από τις καθολικές έννοιες γίνεται εύκολα αντιληπτή, ενώ η πολυπλοκότητα των περιγραφών έρχεται να αντικατασταθεί από την αμεσότητα.  Η επιρροή της θρησκείας είναι αδιαμφισβήτητη και αυτήν την εποχή, όμως γίνονται αξιόλογες προσπάθειες απεμπλοκής της από την επιστημονική διαδικασία.  Αν μάλιστα οι εμπειριστές και οι πειραματιστές εφάρμοζαν περισσότερο τις θεωρίες τους στη φύση, ενδεχομένως η Αναγέννηση να είχε φτάσει γρηγορότερα στην Ευρώπη.



Η επιστημολογική υπόσταση του Francis Bacon

«Αυτοί που έχουν ασχοληθεί με την επιστήμη ήταν μέχρι τώρα είτε άνθρωποι του πειράματος είτε άνθρωποι του δόγματος. Οι άνθρωποι του πειράματος είναι όπως το μυρμήγκι, απλώς συλλέγουν και χρησιμοποιούν. Οι άνθρωποι του λογισμού μοιάζουν με αράχνες, που υφαίνουν ιστούς από την ίδια την ουσία τους. Όμως η μέλισσα διαλέγει την μέση οδό: συλλέγει το υλικό της από τα άνθη του κήπου και του αγρού, όμως το χωνεύει και το μεταμορφώνει με μια δύναμη δική της. Το γνήσιο έργο της φιλοσοφίας δεν διαφέρει από της μέλισσας. Αφού ούτε εξαρτάται αποκλειστικά ή κυρίως από τις δυνάμεις του λογικού, κι ούτε δέχεται παθητικά την ύλη που συλλέγει από τη φυσική ιστορία και τα μηχανικά πειράματα αποθηκεύοντάς την στη μνήμη όπως έχει, αλλά την αποθηκεύει αλλαγμένη και χωνευμένη. Συνεπώς πολλά έχουμε να ελπίζουμε από μια στενότερη και καθαρότερη συμμαχία ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο δυνάμεις, την πειραματική και την ορθολογική, τέτοια που δεν έχει γίνει ποτέ στο παρελθόν» (Francis Bacon, Novum Organum, Βιβλίο πρώτο, XCV). 



   Η δραστηριότητα του Φράνσις Μπέικον φανερώνει έναν άνθρωπο χαρισματικό, με οξεία αντίληψη κι έναν ιδιαίτερα ποιητικό τρόπο να εκφράζεται μέσα από τα έργα του. Προφανώς είχε διαισθανθεί την εγκυρότητα της γνώσης που δύναται να προσφέρει η επιστήμη, αλλά διαφωνούσε σχετικά με την προσέγγιση και τις αντιλήψεις που επικρατούσαν γύρω από αυτήν.  Η σημαντικότερη προσφορά του έγκειται στο γεγονός ότι έριξε φως στη γνωστική μέθοδο και επαναπροσδιόρισε τον ρόλο της εμπειρικής έρευνας, αφού πρώτα βεβαίως «γκρέμισε» ό,τι μέχρι τότε ήταν γνωστό και οικείο.

   Παρότι έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην παρατήρηση, ωστόσο παρομοίαζε τους καθαρά εμπειρικούς με τα μυρμήγκια, οι οποίοι δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να συλλέγουν όγκους δεδομένων. Η παθητική στάση απέναντι στον κόσμο δεν γινόταν να οδηγήσει σε πρόοδο. Ο άνθρωπος προκειμένου να δαμάσει τη φύση και να την υποτάξει στις ανάγκες του,[5] έπρεπε να δράσει και σ’ αυτό είχε δίκιο. Το εύστοχο απόφθεγμά του «knowledge is power» αντικατόπτριζε όχι μόνο την ισχύ που έλειπε, κατά τη γνώμη του, από την επιστημονική διαδικασία αλλά και το  όραμα που είχε για μια νέα κοινωνία βασισμένη στο Λόγο.

   Παρ’ όλα αυτά, η αδυναμία στις διατυπώσεις του εντοπίζεται στη σιγουριά που είχε πως ο ερευνητής, μετά από πληθώρα παρατηρήσεων θα βρισκόταν, «ως δια μαγείας», αντιμέτωπος με τη ζητούμενη αιτιακή σχέση έχοντας απλώς και μόνο ένα οργανωμένο σύστημα. Πρότεινε μάλιστα και κάποιους «συγκριτικούς πίνακες»[6] οι οποίοι είχαν να κάνουν με παρατηρήσεις που το υπό εξέταση φαινόμενο ήταν παρόν (tables of agreement), άλλους που περιελάμβαναν τις εκλιπούσες ιδιότητες του, όταν αυτό απουσίαζε (tables of absence) και τέλος πίνακες καταγραφής των μεταβολών του, όταν αυτό ετίθετο σε διάφορες δοκιμασίες (tables of degrees).

   Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω είναι ήδη προφανής ο λόγος που παρουσίαζε τους ανθρώπους του λογισμού σαν αράχνες. Αφενός αναφερόταν στους Έλληνες φιλοσόφους,  ειδικά στον Αριστοτέλη, ο οποίος προκειμένου να ισχυροποιήσει τα συστήματά του έδινε μεθόδους «από την ίδια του την ουσία» με απώτερο σκοπό να ισχυροποιηθούν οι θεωρίες του, αφετέρου στους μεσαιωνικούς στοχαστές, οι οποίοι εγκλωβισμένοι στην περιορισμένη γνώση που διέθεταν, έπλεκαν τεράστιους ιστούς τριγύρω της χωρίς καμία άλλη προοπτική. Επειδή το χειρότερο με τον ιστό της αράχνης είναι ότι «κολλάει», ο Μπέικον στο έργο του κάνει μία απόπειρα να ταξινομήσει και να παρουσιάσει τους βασικούς τύπους της πλάνης, μήπως και καταφέρει τελικά να ξεκολλήσει τον ιστό της προκατάληψης από τον ανθρώπινο νου.

   Έτσι λοιπόν επιλέγει τις μέλισσες ως πρότυπο, όχι μόνο για τον υποδειγματικό τρόπο που εργάζονται, αλλά και για τον κοινό σκοπό που τις χαρακτηρίζει. Έτσι θα έπρεπε να είναι και το γνήσιο έργο της φιλοσοφίας, ώστε η γνώση που συγκεντρώνεται, να διυλίζεται υπομονετικά και τελικά να προσφέρεται για το κοινό καλό. Άλλωστε, παρότρυνε και τους ερευνητές να συνεργάζονται μεταξύ τους, καθώς και να ανταλλάσσουν τις πληροφορίες που έχουν κατά καιρούς συλλέξει. «Γι’ αυτόν λοιπόν η επιστημονικότητα παραμένει τελικά ένα πολιτισμικό ιδεώδες, που αγγέλλει το τέλος της μεσαιωνικής πνευματικής δουλείας και την αρχή της εποχής του ελεύθερου στοχασμού που είναι η νεωτερικότητα».[7]  



Τα θεμέλια της σύγχρονης επιστήμης στο έργο του Γαλιλαίου

   Ο Γαλιλαίος τοποθετείται χρονικά περίπου στη μέση αυτού που οι ιστορικοί ονομάζουν «Επιστημονική Επανάσταση» (ανάμεσα στον Κοπέρνικο και στον Νεύτωνα) αλλά με το έργο του σηματοδοτείται η πρώτη ρωγμή στο μεσαιωνικό περίβλημα, που μέχρι τότε σκίαζε την αλήθεια για τη φύση και τον κόσμο. Για να κατανοήσουμε, όμως, τη σπουδαιότητα της αλλαγής που επέφερε, θα πρέπει να μπορέσουμε ν’ αντιληφθούμε την ιεράρχηση των επιστημονικών μεθόδων, όπως ήταν καταταγμένες στην εποχή που εξετάζουμε και όχι με βάση τη σημερινή εγκυρότητά τους.[8]

   Για παράδειγμα τα μαθηματικά εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζονται ως ευτελές μέσο.  Ο Γαλιλαίος όμως, παρά τις ανολοκλήρωτες σπουδές του, επειδή αγαπούσε τα μαθηματικά έμαθε και να τα χρησιμοποιεί, προκειμένου να διατυπώνει προβλήματα και να τα εξετάζει σε βάθος.  Έκανε μετρήσεις με ό,τι μέσο είχε διαθέσιμο, ενώ η καταγραφή ολόκληρης της διαδικασίας αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της μεθόδου του. Διατύπωνε υποθετικά σχήματα, αφαιρώντας ή εξιδανικεύοντας τα στοιχεία εκείνα που διέκρινε ως ενδεχομενικά και τυχαία, προκειμένου να καταλήγει σε συμπεράσματα με όσο τον δυνατόν μεγαλύτερη μαθηματική συνοχή.  Παρότι ερευνούσε σφαιρικά μια θεωρία, το ενδιαφέρον του -κι αυτό έκανε τη διαφορά-[9] ήταν στραμμένο κυρίως στο «πώς» συμβαίνει κάτι και όχι στο «γιατί». Σίγουρα τα κείμενα του Αρχιμήδη τού είχαν δείξει το δρόμο της απόρριψης και της επαλήθευσης και αυτόν ακολούθησε.

   Παρ’ όλα αυτά, το κοινωνικό πλαίσιο, ως συνήθως, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις. Οι σχέσεις πατρωνίας που είχαν αναπτυχθεί στην Ευρώπη, αφενός προστάτευαν τους ερευνητές από τις σκανδαλώδεις ανακαλύψεις τους, όποτε αυτό ήταν απαραίτητο κι αφετέρου τους παρακινούσαν σε όλο και περισσότερες καινοτομίες, επειδή αυτό προσέδιδε κύρος στους πάτρωνες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι, όταν ο Γαλιλαίος αποφάσισε να στρέψει το τηλεσκόπιό του προς τον νυχτερινό ουρανό και αντίκρισε για πρώτη φορά τους δορυφόρους του Δία, τους βάπτισε, ως ανταπόδοση προς τον φύλακα πάτρωνά του, «Μεδικανούς πλανήτες».

   Το σίγουρο όμως είναι ότι όλη αυτή η ερευνητική δραστηριότητα του Γαλιλαίου ήταν τελικά μια βραδυφλεγής βόμβα στα θεμέλια του μεσαιωνικού κοσμοειδώλου. Σ’ έναν χριστιανικό κόσμο όπου η Γη βρισκόταν στο κέντρο του σύμπαντος και που όλα περιστρέφονταν γύρω από αυτήν, η άποψη πως υπάρχουν ουράνια σώματα, τα οποία δεν γυρίζουν γύρω της απαιτούσε πολύ λεπτούς χειρισμούς. Όσο κι αν ο Γαλιλαίος είχε την καλή διάθεση να φρονηματιστεί,[10] οι καταιγιστικές συνειδητοποιήσεις, αποτέλεσμα των παρατηρήσεών του, τον εξανάγκαζαν να συνεχίσει. Εκτός από τις φάσεις της Αφροδίτης που επιβεβαίωναν την ηλιοκεντρική θεωρία του Κοπέρνικου, η υπερσελήνια περιοχή[11] δεν ήταν άφθαρτη και κρυστάλλινη. Οι κρατήρες της Σελήνης μαρτυρούσαν φθορά και οι κηλίδες στον ήλιο μεταβολή, στοιχεία που ήταν αντίθετα με την καθολική εκκλησία και έθεταν σε αμφισβήτηση το αριστοτελικό μοντέλο, το οποίο ακόμη μεσουρανούσε. Ακόμη και αν τα συμπεράσματα του Γαλιλαίου δεν ήταν πάντα ακριβή, είναι εξαιρετικά σημαντικό το ότι είχε πάρει ένα επιστημονικό όργανο, το είχε βελτιστοποιήσει και το είχε χρησιμοποιήσει εντελώς αντισυμβατικά,[12] κάτι που ούτως ή άλλως συνήθιζε να κάνει.

   Εξίσου αντισυμβατικός ήταν και ο τρόπος που αντιλήφθηκε και διαχώρισε τις «πρωταρχικές» και τις «δευτερογενείς» ιδιότητες των φυσικών σωμάτων.[13] Τα πρωταρχικά γνωρίσματα μπορούσαν να κωδικοποιηθούν μαθηματικά και ήταν ανεξάρτητα της ανθρώπινης εμπειρίας. Δηλαδή η ποσοτικοποίηση της ταχύτητας δεν εκφράζονταν από την αίσθηση που είχε ο παρατηρητής (πόσο γρήγορα ή αργά του φαινόταν ότι κινείται κάτι)  αλλά με μαθηματικούς τύπους. Οι δευτερεύουσες ιδιότητες (γεύση, χρώμα, ήχος κ.λ.π.) ήταν υποκειμενικές, αφού αναλόγως της αισθητηριακής ευαισθησίας του παρατηρητή ή της αλληλεπίδρασης που είχε με το εξεταζόμενο αντικείμενο μπορούσαν να καταλήξουν και σε  διαφορετικά αποτελέσματα.

   Συνοψίζοντας θα λέγαμε πως στην ευρηματικότητα του Γαλιλαίου εντοπίζονται και τα βασικά εκείνα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νεωτερική επιστήμη. Η χρήση επιστημονικών οργάνων συμβάλλει καταλυτικά στην προσέγγιση της αλήθειας, ενώ η συστηματική μέθοδος αρχίζει να καθορίζει αποφασιστικά την πειραματική διαδικασία. Η γνωστή ρήση του, «το βιβλίο της φύσης είναι γραμμένο στη γλώσσα των μαθηματικών» (αντιπροσωπευτικό δείγμα της ιδιοσυγκρασίας του), όχι μόνο ενέπνευσε και εμπνέει, αλλά δημιούργησε και τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την αποκρυπτογράφηση των φυσικών νόμων, αντικαθιστώντας μια και καλή τις ανθεκτικές ιδεοληψίες που προηγήθηκαν.



Επίλογος

Σ’ ένα σύμπαν που διαρκώς μεταβάλλεται σε μικρο- και μακρο-επίπεδο είναι ανέφικτο να εντοπίσουμε περιοχές «σταθερότητας». Εξάλλου οι σημαντικότερες αλλαγές συντελούνται αφού εξοικειωθούμε με την ιδέα της συνεχούς ροής, οι ριζικές αλλαγές ωστόσο απαιτούν και κάποιες προϋποθέσεις: Η γνώση είναι μία από αυτές, που όμως -για ν’ αποκλείσουμε τον κίνδυνο της προσκόλλησης- καλό είναι να αποκτηθεί βιωματικά (εμπειρικά). Το όραμα είναι μια άλλη προϋπόθεση, η οποία προκειμένου ν’ αποκτήσει σάρκα και οστά χρειάζεται το τελευταίο και βασικότερο συστατικό που είναι η δράση. Χωρίς δράση καμία σελίδα δεν αλλάζει, ενώ η αλήθεια θα πρέπει τελικά ν’ αποτελεί την κινητήριο στόχευση κάθε φυσικής, ανθρωπιστικής ή κοινωνικής επιστήμης.





[1] Από την εκφώνηση της 2ης ΓΕ της ΕΠΟ 31 του Ε.Α.Π. για το ακαδημαϊκό έτος 2015-16.
[2] Θα χρησιμοποιήσουμε τον όρο επιστήμη, επιστημονικός κ.ο.κ. αλλά θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως την περίοδο που εξετάζουμε δεν είχε ακριβώς τη σημερινή εννοιολογική ερμηνεία.
[3] Ο νεοπλατωνισμός εντοπίζεται στην Αναγέννηση και συνέβαλε στη διαμόρφωση του νεότερου επιστημονικού ήθους. «Κατανοεί τη φύση ως ένα σύστημα γεωμετρικών μορφών, και ορίζει τη «γλώσσα των αριθμών» (Γαλιλαίος) ως το κλειδί για την αποκρυπτογράφησή της». στο Βαλλιάνος Π. Οι Επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη, τ.Β΄, Ε.Α.Π., Πάτρα, 2008. σελ. 41.
[4] Ο συλλογισμός τύπου «modus tollens» χρησιμοποιούνταν από την εποχή του Ευκλείδη.
[5] Πρόκειται για ιδέα που πρωτοδιατυπώθηκε κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα.
[6] Ουσιαστικά διεύρυνε τη «μέθοδο της διαφοράς» του Όκκαμ, με έναν επιπλέον πίνακα, όπου ο ερευνητής έχει ενεργό δράση στο υπό εξέταση συμβάν.
[7] Βαλλιάνος Π. Οι Επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη, τ.Β΄, Ε.Α.Π., Πάτρα, 2008. σελ. 78.
[8] Η αριστοτελική ιεράρχηση των επιστημών εξακολουθούσε να λαμβάνεται υπόψη.
[9] Ο Γκροσσετέστ (επηρεασμένος από τον Αριστοτέλη) είχε διατυπώσει την άποψη πως τα μαθηματικά μπορούν να περιγράψουν την αιτία. Δηλαδή το «γιατί» συμβαίνει κάτι.
[10] Όχι μόνο με το τι ίσχυε εκείνη την εποχή αλλά και με τις παρεμβάσεις της καθολικής εκκλησίας.
[11] Ο Αριστοτέλης είχε ονομάσει την περιοχή από τη Γη μέχρι τη Σελήνη υποσελήνια, ενώ από τη Σελήνη και πέρα υπερσελήνια.
[12] Το τηλεσκόπιο δεν είχε εφευρεθεί για αστρονομικές παρατηρήσεις κι ούτε χρησιμοποιούνταν γι’ αυτούς τους σκοπούς.
[13] «Αρχή που δανείστηκε από τους αρχαίους ατομικούς φιλοσόφους» στο Μεντζενιώτης Δ., «Η Μαθηματικοποίηση της Φύσης», στο Καλδής Β. (επιμ.)Κείμενα Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Επιστημών, Ε.Α.Π., Πάτρα 2008. σελ. 84.



Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α

  • Ασημακόπουλος Μ. και Τσιαντούλας Α., Οι Επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη, τ.Α΄, Ε.Α.Π., Πάτρα, 2008.
  • Βαλλιάνος Π. Οι Επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη, τ.Β΄, Ε.Α.Π., Πάτρα, 2008.
  • Μεντζενιώτης Δ., «Η Μαθηματικοποίηση της Φύσης», στο Καλδής Β. (επιμ.)Κείμενα Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Επιστημών, Ε.Α.Π., Πάτρα 2008.
  • Crombie, A.C., Από τον Αυγουστίνο στον Γαλιλαίο, μτφ. Μ. Ιατρίδου, Δ. Κούρτοβικ, τ.Β΄, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1992.
  • Debus G. Allen, Άνθρωπος και Φύση στην Αναγέννηση, μτφ Α. Τσιαντούλας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 1997.
  • Drake S., Γαλιλαίος, μτφ. Τ. Κυπριανίδης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 1993.
  • Gillispie, C.C., Στην Κόψη της Αλήθειας: Η εξέλιξη των επιστημονικών ιδεών από το Γαλιλαίο ως τον Einstein, μτφ Δ. Κούρτοβικ, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. Αθήνα, 1986.
  • Grant E., Οι Φυσικές Επιστήμες τον Μεσαίωνα, μτφ. Ζ. Σαρίκας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 1994.
  • Hankins L. Thomas, Επιστήμη και Διαφωτισμός, μτφ Γ. Γκουνταρούλης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 1998.
  • Losee John, Φιλοσοφία της Επιστήμης, μτφ. Θ. Μ. Χρηστίδης, Εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1993.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου