Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

Αστικές τάξεις στην Ευρώπη του 19ου αιώνα. Οι διαδικασίες συγκρότησης & τα βασικά κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά τους.

3η Γενική Εργασία Γ. Μηλιώτη. Αθήνα, Μάρτιος 2015.
Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών (ΕΑΠ). 
«Σπουδές στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό». 
ΕΠΟ10: Γενική Ιστορία της Ευρώπης.

Εισαγωγή

Οι αστοί ως κύριοι εκφραστές των ιδεών του Διαφωτισμού, της Γαλλικής επανάστασης και των περισσότερων κινημάτων που εκδηλώθηκαν λιγότερο ή περισσότερο συντονισμένα και συνειδητοποιημένα στις ευρωπαϊκές χώρες, αναδεικνύονται τελικά πρωταγωνιστές όλων των εξελίξεων του 19ου αιώνα. Ενισχυμένοι έως και πανίσχυροι από τη συσσώρευση κεφαλαίων λόγω της βιομηχανικής ανάπτυξης συγκρότησαν μία ισχυρή οικονομική τάξη με ιδιαίτερα κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά, που δεν αρκέστηκε στην υλική της ευμάρεια, αλλά διεκδίκησε το μερίδιό της στον κύκλο των πολιτικών αποφάσεων και της εξουσίας, εδραιώνοντας τελικά τις κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές αλλαγές που μας οδηγούν στο σήμερα.

Αστική Τάξη

Οι εξελίξεις του 18ου αιώνα επισφράγισαν την πορεία ολόκληρης της Ευρώπης σε μεγάλο βαθμό, ενώ τα αποτελέσματά τους, εκτεινόμενα και επεκτεινόμενα στον ιστορικό χωροχρόνο, συνέβαλαν ώστε ο αιώνας που θα ακολουθούσε να χαρακτηριστεί κατά κάποιον τρόπο «αστικός».[1] Ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, η δομή των ευρωπαϊκών κοινωνιών είχε κλονιστεί, το παλαιό καθεστώς είχε τεθεί υπό αμφισβήτηση και η εκκοσμίκευση της κοινωνίας ως διαδικασία που σταδιακά δημιουργούσε νέες ισορροπίες έδωσε την ευκαιρία να αναδυθούν καινούρια πρότυπα ζωής σε κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.
Ενώ η κοινωνική διαστρωμάτωση μέχρι και την Γαλλική Επανάσταση του 1789 ήταν πολύ συγκεκριμένη και αδιαπέραστη (Κλήρος, Ευγενείς και Τρίτη τάξη), η Γαλλική Εθνοσυνέλευση καταργώντας προνόμια των δύο πρώτων τάξεων ανέδειξε την αστική τάξη, δηλαδή το ανώτερο στρώμα της υπάρχουσας τρίτης τάξης, το οποίο ξεχώριζε ήδη τόσο για την οικονομική του ευρωστία, όσο και για την επιχειρηματική του δραστηριότητα.[2] Ορισμένοι ιστορικοί υποδιαιρούν και την ίδια την αστική τάξη σε ανώτερη, μεσαία (ή ενδιάμεση) και κατώτερη, ενώ μία άλλη προσέγγιση τους διαχωρίζει με βάση οικονομικά ή ακαδημαϊκά κριτήρια («αστοί της γνώσης»).[3]
Και με τα νέα δεδομένα όμως, όπως και στις νομοκατεστημένες τάξεις, δεν υπήρξε ιδιαίτερη κοινωνική κινητικότητα. Η μετακίνηση από την εργατική στην αστική τάξη ήταν εξίσου δύσκολη με τη μετακίνηση από την αστική τάξη στην τάξη των ευγενών. Βασική προϋπόθεση για την ανέλιξη από βαθμίδα σε βαθμίδα ήταν η μόρφωση, η οποία όμως παρέμενε προνόμιο των πλουσίων.[4] Εξαίρεση αποτελούσαν κάποιες περιπτώσεις όπου οικονομικά ξεπεσμένοι ευγενείς πάντρευαν τις κόρες τους με τους γιους εύπορων αστών, κάτι όμως, που κυρίως στην ηπειρωτική Ευρώπη, λόγω του έντονου διαχωρισμού των κοινωνικών στρωμάτων ήταν σχεδόν αδύνατον να συμβεί.[5]
Παρ’ όλα αυτά είναι δύσκολο να οριστεί η ακριβής διαστρωμάτωση της αστικής τάξης, δεδομένου ότι στο εσωτερικό της υπήρχε ανομοιογένεια και οι διαφορές από χώρα σε χώρα ήταν αισθητές. Σε κάποιες περιπτώσεις το κοινωνικό γόητρο των αστών είχε να κάνει με τη μόρφωσή τους, όπως στα γερμανόφωνα κράτη και στην Αυστρία, και σε άλλες περιπτώσεις με την οικονομική τους επιφάνεια και την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, όπως για παράδειγμα στην Αγγλία. Το στάδιο της εκβιομηχάνισης της εκάστοτε περιοχής διαφοροποιούσε σαφώς την αστική τάξη και μάλιστα σε χώρες όπως η Ιταλία, οι εσωτερικές αντιθέσεις ήταν τεράστιες. Αυτό που ήταν κοινό, ωστόσο, στις παραπάνω υποδιαιρέσεις και που έκανε τους αστούς να ξεχωρίζουν σε κάθε γωνιά της Ευρώπης ήταν η στάση τους προς τα άλλα κοινωνικά στρώματα, καθώς και η «αστικότητά» τους, ο τρόπος ζωής και οι αξίες τους δηλαδή, ανεξάρτητα από το αν διέμεναν στις πόλεις ή στην ύπαιθρο.[6]

Βασικά Χαρακτηριστικά των Αστών

Η ελευθερία και η ισότητα τον 19ο αιώνα συλλαμβάνεται από την αστική κοινωνία ως εγγύηση ότι δεν θα υπάρχουν προνομιακά κατοχυρωμένες, εκ του νόμου, κατηγορίες, αλλά μόνον ελεύθερα ανταγωνιζόμενοι πολίτες. Οι αστοί κατείχαν τα δημόσια και ελεύθερα επαγγέλματα-κλειδιά ακριβώς επειδή η πρόσβαση σε αυτά ήταν προσαρμοσμένη στα μέτρα τους, εξυπηρετώντας κυρίως τους ίδιους.[7] «Αστοί στελέχωσαν τη δημόσια διοίκηση σε μεγάλο βαθμό σε μία εποχή σημαντικής ποιοτικής και ποσοτικής ανάπτυξης του κράτους, αστοί ήταν οι περισσότεροι επιστήμονες και τεχνικοί σε μία εποχή επιστημονικής και τεχνολογικής έκρηξης χωρίς προηγούμενο στην ανθρώπινη ιστορία».[8]
Είναι γεγονός ότι μη αστικά στρώματα προσπάθησαν να μιμηθούν τον τρόπο ζωής των αστών. «Ωστόσο για την υιοθέτηση της αστικής κουλτούρας έπρεπε να πληρούνται οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις, όπως  είναι το σταθερό εισόδημα αισθητά πάνω από τα όρια της φτώχειας, η ασφάλεια και η δυνατότητα προγραμματισμού της ζωής, η συνακόλουθη απελευθέρωση της μητέρας και των παιδιών από την υποχρεωτική εργασία που χαρακτήριζε τα κατώτερα στρώματα».[9]
Μια χαρακτηριστική επινόηση της αστικής τάξης του 19ου αιώνα ήταν οι διακοπές. Με την έλευση των σιδηροδρόμων ευνοήθηκαν οι οικογενειακές εξορμήσεις στο βουνό ή στη θάλασσα, ενώ οι επιχειρηματίες αδράχνοντας την ευκαιρία, έχτισαν μεγαλοπρεπή ξενοδοχεία για να τους φιλοξενούν και να τους προσφέρουν τις παροχές και την ασφάλεια που ένιωθαν και στα σπίτια τους. Μάλιστα οι τιμές ήταν τόσο προσιτές που σ’ αυτή τη διαδικασία έμπαιναν ακόμη και οικογένειες με μέτρια οικονομικά.[10]
Το κλειδί όμως για την όποια ανέλιξη και για την αντίστοιχη κοινωνική αναγνώριση φαίνεται πως ήταν η εκπαίδευση και γι’ αυτό η πρόσβαση σ’ αυτή (και κατά τον 19ο αιώνα) διατηρήθηκε σε απαγορευτικό για πολλούς οικονομικό επίπεδο,  συναρτούμενο με τον πλούτο.
Στη βάση της αστικής κοσμοαντίληψης, σε κοινωνικο-πολιτικό επίπεδο βρίσκεται η ελεύθερη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Ο αστός αρνείται πλέον μεσαιωνικού τύπου συλλογικές εκφράσεις των συμφερόντων και προτάσσει τον ανταγωνισμό για τον άξιο και κατά συνέπεια τον ατομοκεντρισμό. Η κοινωνία συλλαμβάνεται ως πεδίο ευκαιριών και έκφρασης ανταγωνιστικών δυνατοτήτων. Οι αστικές αρχές της αξιοκρατίας και της ισότητας έναντι του νόμου, η ελευθερία, εν ολίγοις,  σε πολιτικο-ιδεολογικό επίπεδο ως αλληλοεξισορρόπηση και αλληλοεξουδετέρωση δυνάμεων που βρίσκονται σε συνεχή ανταγωνισμό.
Ο φιλελευθερισμός αποτέλεσε την απόλυτη πολιτική και οικονομική θεωρία για τους αστούς, αφού διασφάλιζε τη θέση τους στη διαμορφούμενη ταξική διαστρωμάτωση και εξασφάλιζε τη συνέχεια και την περαιτέρω ανάπτυξή τους. Η συνετή διακυβέρνηση του κράτους, ως θεμελιώδης αξία, συνέπιπτε σίγουρα με τη στάση ζωής που είχαν αλλά ο οικονομικός φιλελευθερισμός, όσον αφορά την ελευθερία των συναλλαγών, εντός και εκτός των χωρών τους, τους έδινε την απεριόριστη δυνατότητα να ανελιχθούν. «Όμως ό,τι διεκδικούσαν οι φιλελεύθεροι αστοί για τους εαυτούς τους δεν το αναγνώριζαν ως δικαίωμα άλλων, κατώτερων κοινωνικών τάξεων. Οι προθέσεις τους έγιναν φανερές, ιδιαίτερα κατά τις Επαναστάσεις του 1848, όταν οι εργατικές τάξεις αξίωσαν ισότιμη πολιτική συμμετοχή και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση».[11]
Ένα ιδεολογικό στοιχείο που έπαιξε καθοριστικό ρόλο για τους αστούς ήταν ο εθνικισμός. Επειδή η αστική τάξη αποτελούσε ένα πολύ μικρό κομμάτι της κοινωνίας, η εκπροσώπηση τους στο κοινοβούλιο βασίστηκε στη χειραφέτηση των «μαζών». Σε αντίθεση με την αριστοκρατία η οποία δεν το χρειαζόταν, οι φιλελεύθεροι αστοί εκμεταλλεύτηκαν την εθνική συνείδηση, τον υπάρχοντα συνδετικό κρίκο των κατώτερων κοινωνικών τάξεων για να αποκτήσουν αριθμητική, επομένως και εκλογική δύναμη.[12]
Κομβικό σημείο που θα μπορούσε να ορίσει ίσως την κοινωνική αλλαγή ήταν η ιδέα της οικογενειακής εστίας, που ήταν για τους αστούς απολύτως αναγκαία και κατείχε δεσπόζουσα θέση στη ζωή τους. Εκεί ένοιωθαν ασφαλείς καθώς η θαλπωρή που επιζητούσαν τους παρείχε κάποιου είδους ασφάλεια και προστασία από την αβεβαιότητα της οικονομικής τους δραστηριότητας. Συνήθιζαν να διατηρούν κάποια ιεραρχία μέσα στο σπίτι, με τον άντρα του σπιτιού στην υψηλότερη βεβαίως βαθμίδα.  Η εικόνα των σπιτιών τους αντανακλούσε την οικονομική τους επιφάνεια και δεν υπήρχε αντικείμενο μέσα σε αυτό που να μην αποτελείτο από περίτεχνες λεπτομέρειες. Η διακόσμηση για τους αστούς ήταν συνυφασμένη με την ομορφιά καθώς πανομοιότυπος ήταν και ο τρόπος που επέλεγαν να ντυθούν.[13]
Οι γυναίκες φρόντιζαν για την ομαλή λειτουργία του σπιτιού, συνήθως αναθέτοντας τις αγγαρείες σε υπηρέτες και ήταν υπεύθυνες για τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους, τις ελάχιστες ώρες που περνούσαν μαζί τους. Ακόμη και ο θηλασμός των βρεφών, σε πολλές περιπτώσεις, ήταν δουλειά των τροφών και όχι δική τους.[14] Σχετικά με την πνευματική τους καλλιέργεια, δεδομένου ότι κανείς δεν είχε ιδιαίτερες απαιτήσεις από αυτές, παρέμενε σε χαμηλό επίπεδο, όσο χρειάζονταν για να μπορούν να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες της καθημερινότητα τους.[15]
Τέλος, η σχέση τους με την εκκλησία είχε παραγκωνιστεί από το ενδιαφέρον που εκδήλωναν για την επιστήμη εν όψει της αλματώδους ανάπτυξή της. Η αστυφιλία και έκρηξη της τεχνολογίας αυτήν την περίοδο άλλαξαν άρδην την κοινωνική πραγματικότητα της αστικής τάξης.[16]


Επίλογος

Οι κοινωνικές διεργασίες του 19ου αιώνα αποτελούν την αρχή μόνο από μια σειρά καταιγιστικών γεγονότων που θα μετατρέψουν ριζικά την ευρωπαϊκή κοινωνία και θα την οδηγήσουν σε αυτό που είναι σήμερα. Η θεσμοθέτηση της αστικής τάξης ως ρυθμιστικού παράγοντα των εξελίξεων άλλαξε τη μορφή της κοινωνίας σε κάθε της επίπεδο, ενώ ο φιλελευθερισμός δημιούργησε τις συνθήκες αφενός για ανάπτυξη και ευρεία συμμετοχή στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι και αφετέρου -στον ώριμο 19ο αιώνα- έβαλε τα θεμέλια για τις τεράστιες συγκρούσεις που έχουν σημαδέψει και σημαδεύουν την κοινωνία μας μέχρι σήμερα.




[1] K. Ράπτης, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, τ.Β΄, Ε.Α.Π., Πάτρα 1999, σ. 91.
[2] P. Pilbeam, «Από τις νομοκατεστημένες στις κοινωνικές τάξεις. Η ευρωπαϊκή κοινωνία τον 19o αιώνα», στο T. C. W. Blanning, Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, εκδ. Τουρίκη, Αθήνα 2009, σ. 149, 150.
[3] K. Ράπτης, ό.π., σ. 93.
«Την οικονομική τάξη συγκροτούσαν έμποροι, βιομήχανοι, τραπεζίτες, επιχειρηματίες και διευθυντές επιχειρήσεων ενώ της γνώσης όσοι κατείχαν ανώτερη, κατά κανόνα πανεπιστημιακή, μόρφωση την οποία αξιοποιούσαν επαγγελματικά, κοινωνικά και πολιτικά».
[4] E. Μ. Burns, Ευρωπαϊκή Ιστορία. Εισαγωγή στην ιστορία και τον πολιτισμό της νεότερης Ευρώπης, τ.Β΄, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 52, 53.
[5] P. Pilbeam, ό.π., σ. 152.
[6] K. Ράπτης, ό.π., σ. 94.
[7] P. Pilbeam, ό.π., σ. 160.
[8] Κ. Ράπτης, ό.π., σ. 91.
[9] Κ. Ράπτης, ό.π., σ. 95.
[10] E. Μ. Burns, ό.π., σ. 56.
[11] Κ. Ράπτης, ό.π., σ. 96.
[12] Hobsbawm E. J., ό.π., σ. 160 – 162.
[13] Hobsbawm E. J., Η εποχή του κεφαλαίου 1848-1875, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1996, σ. 346, 347.
[14] P. Pilbeam, ό.π., σ. 145.
[15] E. Μ. Burns, ό.π., σ. 55.
[16] Κ. Ράπτης, ό.π., σ. 108.
                                                                                                                      

Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α
  • Κ. Ράπτης, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, τ.Β΄, Ε.Α.Π., Πάτρα 1999.
  • E. Μ. Burns, Ευρωπαϊκή Ιστορία. Εισαγωγή στην ιστορία και τον πολιτισμό της νεότερης Ευρώπης, τ.Β΄, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1983.
  • Hobsbawm E. J., Η εποχή του κεφαλαίου 1848-1875, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1996.
  • P. Pilbeam, «Από τις νομοκατεστημένες στις κοινωνικές τάξεις. Η ευρωπαϊκή κοινωνία τον 19o αιώνα», στο T. C. W. Blanning, Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου